γηθοσύνη

γηθο-σύνη, ,
A joy, delight, Il.13.29, 21.390, Ph.1.354; = Φιλία (q. v.), Emp.17.24: in pl., h.Cer.437, A.R.2.878.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γηθοσύνη — (3ος αι. π.Χ.). Φίλη και αυλική της Βερενίκης, κόρης του Πτολεμαίου Φιλάδελφου και συζύγου του Αντίοχου Β’ του Θεού (261 247 π.Χ.). Όταν η πρώτη σύζυγος του Αντίοχου, Λαοδίκη, δολοφόνησε τη Βερενίκη, η Γ. κατάφερε να πείσει τον λαό πως η… …   Dictionary of Greek

  • γηθοσύνη — γηθόσυνος joyful fem nom/voc sg (attic epic ionic) γηθοσύνη joy fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνῃ — γηθόσυνος joyful fem dat sg (attic epic ionic) γηθοσύνη joy fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήθει — γῆθος neut nom/voc/acc dual (attic epic) γήθεϊ , γῆθος neut dat sg (epic ionic) γῆθος neut dat sg γηθέω rejoice pres imperat act 2nd sg (attic epic) γηθέω rejoice imperf ind act 3rd sg (attic epic) γή̱θει , γηθοσύνη joy neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθοσύνας — γηθοσύνᾱς , γηθόσυνος joyful fem acc pl γηθοσύνᾱς , γηθόσυνος joyful fem gen sg (doric aeolic) γηθοσύνᾱς , γηθοσύνη joy fem acc pl γηθοσύνᾱς , γηθοσύνη joy fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -σύνη — παραγωγική κατάλ. αφηρημένων ουσ. όλων τών περιόδων τής ελλην. γλώσσας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα μιας ΙΕ ρίζας στην οποία ανάγονται επίσης τα: αρχ. ινδ. tvanam, αβεστ. θwanәm. Αρχικά, τα θηλ. ον. σε σύνη… …   Dictionary of Greek

  • γήθος — γῆθος, το (Α) γηθοσύνη*. [ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω. Η λ. πρέπει να είναι αρχαία, παρ όλο που μαρτυρείται μεταγενέστερα, γιατί απαντά ως β συνθετικό ορισμένων συνθέτων που χρησιμοποιούνται στη γλώσσα τών επών (πρβλ. εύγᾱθής, μελιγᾱθής, πλουτογᾱθής,… …   Dictionary of Greek

  • γηθόσυνος — γηθόσυνος, η, ον και ος, ον (Α) χαρούμενος, ευχαριστημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γηθέω, ενώ κατ άλλους < γήθος (βλ. γηθοσύνη)] …   Dictionary of Greek

  • περικαγχαλώ — άω, Α γελώ για κάτι ή, κυρίως για ζώα, πηδώ εδώ κι εκεί από χαρά («μητέρας ἐκ βοτάνης ἔριφοι περικαγχαλόωντες πολλῇ γηθοσύνη... δέχονται», Οππ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + καγχαλῶ «γελώ ηχηρά, καγχάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ταρβόσυνος — ύνη, ον, Α (ποιητ. τ.) 1. αυτός που προκαλεί φόβο, φοβερός, τρομακτικός 2. αυτός που κατέχεται από φόβο, ο φοβισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματ. από το ουσ. ταρβοσύνη (πρβλ. γηθοσύνη: γηθόσυνος)] …   Dictionary of Greek

  • γηθοσύνην — γηθόσυνος joyful fem acc sg (attic epic ionic) γηθοσύνη joy fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.